adef013bf48e4bf7b8ed6ace01607e13

Καταπονημένος απ’ τους ανθρώπους,

κάθισε ο γέρος στην καρέκλα του, αυτή που τον συντρόφευε τα τελευταία χρόνια. Έτσι δε λένε οι συγγραφείς, αυτοί που ξέρουν και γράφουν, οι μάγοι του κοινού, οι γητευτές των λέξεων;

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δε σκεφτόταν την καρέκλα αυτή, είχε μάθει να βολεύεται σε καφάσια, σε παλιές ψαρόβαρκες, σε βράχια ή παγκάκια. Ζήλευε τους δρόμους και τις πλατείες, ήθελε να αγκαλιάσει τα δέντρα, να ξαπλώσει σε πεζούλια ανέμελος, να μην τον σκεπάζουν σκέψεις, να φυσάει το αεράκι και να γουστάρει.

Φοβόταν βέβαια τις αντιδράσεις των ανθρώπων, κυρίως όταν ήταν νέος, θα τον έλεγαν τρελό, θα τον κοίταζαν με μισό μάτι, κάποιοι ίσως του άφηναν και δύο φράγκα γιατί θα νόμιζαν πως ήταν ζητιάνος. Όχι πως τον πείραζε η γνώμη των ανθρώπων, αλλά βαριόταν τα βλέμματα. Αυτά που κράζουν αηδία από κανονικότητα, από παλιά πρέπει και φθινοπωρινά γκρεμίσματα.

Δεν ήθελε τους ανθρώπους στα πόδια του, του άρπαζαν με τσαμπουκά την ηρεμία, του έκλεβαν τον δρόμο, έφτυναν εκεί που λιμπιζόταν να ξαπλώσει. Ανακάλυψε ένα πάρκο, παλιό αλσάκι αναψυχής που το άφησε ο δήμος στην τύχη του. Ανέβαινε με ευλάβεια προσέχοντας μην πατήσει μυρμήγκια ή κάμπιες, προσπαθώντας να ακούσει πουλιά, ή τα δέντρα να μιλάνε. Μικρός του λέγανε για νεράιδες και ξωτικά, τώρα που έχει επιλέξει να αρνείται την πόλη ίσως δει μερικά, ίσως του κάνουν τη χάρη.

Φτάνει στο παγκάκι που δε θέλει πάνω από δύο σπουργίτια για να πέσει, το παίζει αμέριμνος και περιμένει να φύγει κι ο τελευταίος περαστικός. Κάθεται σα να βρήκε βασιλικό θρόνο,

ωραία είναι με τις πυτζάμες του, σκέφτηκε.