c2c6f3d48dca3164cf03ab0c3a720356

Όταν δε λυγίζουν τα πρόσωπα, 

η λήψη εστιάζει στη μουσική και με ένα περίεργο τρόπο ξέρεις που θα πέσει το επόμενο πλάνο. Για την ακρίβεια το περιμένεις κι αισθάνεσαι ανακούφιση, γιατί ξέρεις πως είναι να μένουν άκαμπτα τα πρόσωπα. 

Σε όλες τις ταινίες που παίζουν μεγάλοι έρωτες, καύλες απαγορευμένες που μετατρέπονται σε παντοτινές επιθυμίες -σαν εκείνες τις αγάπες που διάβαζες μικρός, αλλά δεν έχουν καμία σχέση- τα πρόσωπα είναι στωικά, ήρεμα, σοφά λες και περίμεναν να δείξουν τις ποιότητές τους σε αυτή την εμπειρία. Και κάπου εδώ η ειρωνεία σκίζει το σύμπαν. Οι ερμηνείες δείχνουν στατικές, αγκυλώνονται οι πρωταγωνιστές σε αυτά που ήξεραν και δεν μπορούν να διακρίνουν αυτά που έρχονται. Τα γεγονότα δεν είναι η δράση, αλλά ο νέος  εαυτός. 

Στην αρχή όλοι δείχνουν εμπιστοσύνη στη νίκη, σε μία νίκη θαυματουργή που ούτε ονειρεύονται, ύστερα αρχίζουν να κάνουν μορφασμούς και να τινάζουν νευρικά τα χέρια και τις εκφράσεις τους. Κάποια στιγμή βλέπεις μερικά δάκρυα να φεύγουν ανεξέλεγκτα, ενώ τα πρόσωπα παραμένουν ήρεμα, μέχρι να δεις τους πρωταγωνιστές αποκαμωμένους από τα χτυπήματα της εμπειρίας, τους βλέπεις να λυγίζουν και να ζητούν επιτέλους αυτά που ήθελαν. Γιατί κατά την διάρκεια της ταινίας έμαθαν να θυμούνται, ότι κάποτε είχαν επιθυμίες, είχαν όχι και προσωπικότητα. 

Βρίσκονται τυχαία μπροστά από μια βιτρίνα και βλέπουν τα σώματα εξασθενισμένα, τα πρόσωπα παγερά και τα μάτια χαραγμένα, μιλάνε χωρίς να μπορούν να κρατηθούν όπως παλιά. Μα τότε δεν είχαν πονέσει, ούτε κόντεψαν να χάσουν.

Εκεί, λίγο πριν την αίσθηση της απόλυτης ήττας, αρχίζεις να θαυμάζεις τους πρωταγωνιστές. Γίνονται θηρία, βλέπουν πόσο λίγοι ήταν και ότι άξιζε να τσαλακώσουν τα πρόσωπά τους. Εκεί κρύβεται η νίκη, όταν πατήσεις το εγώ και κερδίσεις τις πιο βαθιές, τις πιο ακριβοπληρωμένες επιθυμίες. 

Σ’ εσένα λοιπόν, αυτές οι σκέψεις μου σου ανήκουν Γ.