Greek Prime Minister Alexis Tsipras speaks with the media as he leaves after an EU summit in Brussels early Friday, Oct. 16, 2015. European Union heads of state met Thursday to discuss, among other issues, the current migration crisis. (AP Photo/Virginia Mayo)

Greek Prime Minister Alexis Tsipras speaks with the media as he leaves after an EU summit in Brussels early Friday, Oct. 16, 2015. European Union heads of state met Thursday to discuss, among other issues, the current migration crisis. (AP Photo/Virginia Mayo)

Η αφήγησή μου ξεκινά τον Μάιο του 2012, με τα κωμικά αγγλικά του Αλ. Τσίπρα στη συνέντευξη που παραχώρησε στην Christiane Amanpour του CNN, και καταλήγει τον Οκτώβριο του 2015, με το ιλαροτραγικό ρεπορτάζ στις ειδήσεις του MEGA Channel, στο οποίο στηλιτεύεται η έλλειψη γνώσης της γαλλικής γλώσσας από τον πρωθυπουργό μας. Κατά τον δημοσιογράφο του MEGA Channel, η άγνοια της γαλλικής υποχρέωσε τον Τσίπρα να μην μπορέσει να παρακολουθήσει την συνομιλία Καμμένου – Hollande μπροστά στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Στο συγκεκριμένο δημοσιογραφικό θέμα ο Πάνος Καμμένοςεμφανίζεται σαν γίγαντας της διανόησης, μόνο και μόνο επειδή μιλάει γαλλικά, μπροστά στον αδαή Τσίπρα που αρκείται να δείχνει με το δάχτυλο το σημείο απόδοσης τιμών. Επειδή η όλη ιστορία αναδίδει εμπάθεια και τείνει να λάβειδιαστάσεις έργου του θεάτρου σκιών, υπό τον τίτλο «Ο Αλέξης και οι ξένες γλώσσες», θα πρότεινα να σκεφθούμε το θέμα ευρύτερα.

Είναι γεγονός ότι το 2012 ο Τσίπρας δεν ήξερε καλά αγγλικά και ότι έκτοτε έχει καταβάλει πολλές προσπάθειες για να τα βελτιώσει. Κατά την γνώμη μου, το λάθος του Τσίπρα δεν ήταν η μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας, αλλά το ότι, με άγνοια κινδύνου, αποφάσισε να την εκθέσει ενώπιον του ελληνικού και διεθνούς κοινού. Στο ίδιο λάθος επιμένει ακόμα και σήμερα. Παρότι η πρόοδός του είναι σημαντική, δεν χρειάζεται να μπαίνει στον πειρασμό να αποστομώσει τους επικριτές του, αποδεικνύοντας ότι τα αγγλικά του έχουν βελτιωθεί εντυπωσιακά. Η περίπτωση της δημόσιας συζήτησής του με τον Bill Clintonεπιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.

Αλλά τι να κάνουν οι πρωθυπουργοί μας, όταν ακόμα και ο Σεφέρης, ο νομπελίστας ποιητής μας, επέλεξε, στην τελετή απονομής του βραβείου νόμπελ, να μιλήσει στα γαλλικά, ενώ είχε τιμηθεί για την ποίηση που έγγραψε στα ελληνικά. Το ίδιο έπραξε και ο δεύτερος νομπελίστας μας, ο Ελύτης, ο ποιητής της ελληνικότητας.

 

Ο Τσίπρας, και ο κάθε Τσίπρας, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πρωθυπουργός, πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, δεν κερδίζει τίποτε με το να κάνει δημόσια επίδειξη γλωσσομάθειας. Αντιθέτως, επισωρεύεται ζημία, επειδή ενισχύεται το αίσθημα εθνικής μειονεξίας που μας διακατέχει από συστάσεως νεοελληνικού κράτους, όταν και διδαχθήκαμε ότι πρέπει να γίνουμε κάτι άλλο σε όλα τα επίπεδα, κάτι διαφορετικό από αυτό που είμαστε, ακόμα και στην γλώσσα. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, ως πολιτειακός παράγοντας, οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι είναι η φωνή του έθνους του. Για αυτό επιβάλλεται, στον δημόσιο λόγο του, όπου και να βρίσκεται, να χρησιμοποιεί την ελληνική γλώσσα.

Τα γερμανικά δεν είναι μια διαδεδομένη γλώσσα, αλλά οι Γερμανοί πρωθυπουργοί δεν επιλέγουν τα αγγλικά σε επίσημες περιστάσεις. Η γαλλική γλώσσα δεν γνωρίζει πιένες διεθνώς, αλλά δεν θα ακούσετε τον Γάλλο πρόεδρο να χρησιμοποιεί την αγγλική. Το ίδιο πράττουν και οι ηγέτες της Ρωσίας και της Κίνας, παρότι οι γλώσσες τους έχουν μηδενική διεθνή απήχηση. Ακόμα και οErdoğan επιμένει να χρησιμοποιεί διεθνώς τα τουρκικά. Όσοι λαοί σέβονται τον εαυτό τους και την παράδοσή τους δεν αμελούν, τουλάχιστον σε επίπεδο διεθνούς εκπροσώπησης , την εθνική τους γλώσσα. Η χρήση ξένων γλωσσών από ηγέτες εθνικών κρατών ουσιαστικά καθιερώθηκε από αφρικανούς ηγέτες, στα μέσα του 20ού αιώνα, επειδή τα νεότευκτα κράτη τους υιοθέτησαν ως επίσημη γλώσσα τους την γλώσσα του κατακτητή τους και όχι κάποια από τις ντοπιολαλιές τους. Συνήθως, οι τέως κατακτητές τούς επέβαλαν την γλώσσα τους για να τους καταστήσουν πολιτιστικά δέσμιους ες αεί.

Το λάθος του Τσίπρα δεν ήταν η μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας, αλλά το ότι, με άγνοια κινδύνου, αποφάσισε να την εκθέσει ενώπιον του ελληνικού και διεθνούς κοινού. Στο ίδιο λάθος επιμένει ακόμα και σήμερα.

  

Στην δική μας περίπτωση, η επίδειξη γλωσσομάθειας από μέρους των πολιτικών ηγετών μας εντάσσεται στο πλαίσιο του ελληνικού επαρχιωτισμού. Ακόμα και ο Έλληνας πρωθυπουργός, ο εκπρόσωπος της πολιτείας και του έθνους, αισθάνεται άβολα στο καβούκι της ελληνικότητάς του και θέλει εναγωνίως να την υπερβεί, οπότε συμβολικά καταφεύγει στην χρήση της αγγλικής, γαλλικής ή γερμανικής γλώσσας. Πρέπει μονίμως να πείθουμε τον εαυτό μας και τους άλλους ότι δεν είμαστε μια μικρή σπορά στα νότια Βαλκάνια, αλλά ανήκουμε στον επονομαζόμενο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης και του δυτικού πολιτισμού, έννοιες που τις αντιλαμβανόμαστε μονίμως με όρους πολιτιστικής, πολιτικής, επιστημονικής και οικονομικής μας υστέρησης. Αλλά τι να κάνουν οι πρωθυπουργοί μας, όταν ακόμα και ο Σεφέρης, ο νομπελίστας ποιητής μας, επέλεξε, στην τελετή απονομής του βραβείου νόμπελ, να μιλήσει στα γαλλικά, ενώ είχε τιμηθεί για την ποίηση που έγγραψε στα ελληνικά. Το ίδιο έπραξε και ο δεύτερος νομπελίστας μας, ο Ελύτης, ο ποιητής της ελληνικότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Isaac Bashevis Singer, ο οποίος βραβεύθηκε με το νόμπελ λογοτεχνίας ένα χρόνο πριν από τον Ελύτη, δεν δίστασε να μιλήσει ενώπιον της Σουηδικής Ακαδημίας εν μέρει στα Yiddish, ώστε να αναδείξει την γλώσσα του, ενώ και άλλοι νομπελίστες επέλεξαν τις μητρικές τους γλώσσες, πέραν των αγγλικών και γαλλικών.

Ταυτόχρονα, ενώ κοπτόμεθα για την αγγλομάθεια του Τσίπρα, δεν βλέπω να υπάρχει το ίδιο ενδιαφέρον για την ελληνομάθεια του πρωθυπουργού και των υπολοίπων πολιτικών. Δεν δείχνει να μας ενοχλεί το ότι ο πρωθυπουργός της χώρας και κορυφαίοι πολιτικοί δεν χρησιμοποιούν ορθά την γλώσσα μας, αρκεί να μην κάνουν λάθη όταν μιλούν την αγγλική. Για αυτό δεν γεννούν αντιδράσεις τα ιδιωματικά ελληνικά του Τσακαλώτου, του συγχωρούνται επειδή είναι άριστος γνώστης της αγγλικής. Ο Διονύσιος Σολωμός όμως, ο οποίος υπήρξε ομοίως Έλληνας της διασποράς, δεν αρκέστηκε στην άριστη εκ μέρους του γνώση της ιταλικής. Έδωσε σκληρό αγώνα, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, για να μάθει σε βάθος και ορθά τα ελληνικά, ώστε να εκφράσει ένα λαό ολόκληρο, να γίνει η εθνική φωνή μας. Και ενώ δεν μας απασχολεί σοβαρά η μετριότατη ελληνομάθεια των πολιτικών μας και η εκτεταμένη εκ μέρους τους χρήση βαρβαρισμών, μας ενοχλούν σφόδρα, σε σημείο που να γίνονται αντικείμενο εκτενούς συζήτησης, τα μέτρια αγγλικά του Τσίπρα. Ο αφόρητος επαρχιωτισμός ενός λαού που οικτίρει την μοίρα του γιατί υποδουλώθηκε στους Τούρκους και όχι σε κάποιο δυτικοευρωπαϊκό λαό, ώστε να έχει ευχέρεια στις δυτικές γλώσσες και να μην θυμίζει σε τίποτα τον γεωγραφικό του περίγυρο.

Ο Τσίπρας, και κάθε Έλληνας πρωθυπουργός, χρειάζεται να είναι γλωσσομαθής για να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς το διεθνές γίγνεσθαι. Όταν όμως απευθύνεται στο διεθνές ακροατήριο, καλό θα ήταν να θυμάται ότι δεν είναι μονάχα εκπρόσωπος των Ελλήνων, αλλά η φωνή και η συνείδηση του ελληνισμού. Για αυτό και θα πρέπει να χρησιμοποιεί την ελληνική, καταφεύγοντας ταυτόχρονα στη βοήθεια μεταφραστών, επιλογή που μόνο οφέλη μπορεί να προσπορίσει. Ο Έλληνας πρωθυπουργός οφείλει να είναι υπερήφανος για αυτό που είναι ο ίδιος και ο λαός που τον εξέλεξε. Αν δεν είναι, είναι υποχρεωμένος να το πει στον λαό του και να μην αναλάβει την εκπροσώπησή του.

*Γιώργος Στείρης για το huffingtonpost.gr