dekaennea-xronia-apo-to-thanato-tou-andrea-papandreou.w_hr

Όλοι κλαίνε τον Ανδρέα, 

αναπολείτε κι εσείς τις μεγάλες στιγμές που έρχονταν τα Ντελόρ σε αυτόν τον άγιο τόπο κι ήταν ήρεμο το σύμπαν ότι οι Έλληνες επειδή κάποτε σκέφτηκαν κι έπραξαν γαμάτα θα πρέπει να πίνουν φραπέ μέχρι να σβήσουν τα αστέρια; Ότι ρε αδερφέ επιτέλους να ξεκουραστούμε κι εμείς λίγο, ιστορικά τουλάχιστον έγιναν τόσα σκηνικά. 

Αυτός που είχε πει όχι και οι άλλοι που φορούσαν τσαρούχια, εκείνος με τις ελιές που μας έμαθε χρηματιστήριο, ο άλλος με το δίκανο που έφαγε τους Τούρκους τους κακούς και όλη αυτή η κομψή αλλά βαριά γνώση που μας εξάντλησε. Είναι δύσκολο να γεννιέσαι με όνομα δυνατό και στην τελική ο κόσμος, όπως τον ξέρουμε, μας χρωστάει χάρη. 

Μας άξιζε το μπουζούκι, η πίστα, το γαρύφαλλο, το μάλμπουρο, η μεζ. Όσα ονειρεύτηκαν οι παππούδες μας εμείς περήφανα τα τσαμπουνάγαμε για χρόνια τα καλοκαίρια στα χωριά: ντάξει η φάση είναι ποτάρες, πήγα σε τρία μαγαζιά, είδα γκόμενες και τώρα που δεν παίζουν φράγκα πάλι στα όλα είμαι. Γενικά Εγώ είμαι. 

Καταναλώσαμε άραγε αρκετή αστικότητα από την τηλεόραση; Χόρτασαν τα μάτια επίπεδο και επιδοτούμενη κουλτούρα; Δοκιμάσαμε πολλά γκουρμέ πιάτα από σεφ που ξέρουν; Ξεφτιλιστήκαμε όσο χρειαζόταν για τα 275 ευρώ που κερδίσαμε στο τηλεπαιχνίδι; Θαυμάσαμε πολύ τον κομιστή και άλλους τέτοιους μάγκες που βγάλανε χρήμα έξω και βλέπουν κωλαράκια κάθε μέρα να τους κουνιούνται; Μπουκώσαμε ξανθό, μπότοξ και ξένο δράμα; Τα παιδιά των διάσημων είναι δυο φορές παιδιά μας; 

13537540_1623143681332791_977074423435154172_n

Ο πάτος του μη πάτου. Ο κορεσμός του μη κορεσμού. Το σκληρό ροκ, η γειτονιά των αγγέλων, το μετερίζι των πονεμένων αγωνιστών με τις φαρδιές τις βίλες, κάναμε ό,τι βλέπαμε καλά; Μιμηθήκαμε τα ψώνια που φάγαμε στη μάπα; Κάναμε αφιερώματα για όλους και για όσα νιώθουμε; Ποστάραμε τα βρακιά μας, τα παιδιά μας, πως χαιρόμαστε που κι εμείς γεννοβολήσαμε; 

Να στεγνώσει κάποτε αυτή η μιζέρια, το ποτάμι το ατέλειωτο για τις μέρες πασοκ που δεν λένε να ψοφήσουν από μέσα μας, το γαμώτο που δεν προλάβαμε να καβατζωθούμε κι εμείς, ότι γίναμε κάποιοι επειδή κάποιοι μας βλέπουν στο φείσμπουκ, στο τουίτερ, στη γειτονιά. Συγκινημένοι που καταφέραμε να συντηρήσουμε την εξέλιξη γιατί οι προηγούμενοι έλεγαν ότι είμαστε άχρηστοι και δεν θα μπορέσουμε να δανειζόμαστε με τέτοιο στυλ, ούτε να τρυπώσουμε στο συστηματάκι με γλώσσα που δεν γλείφει. 

Να φύγουν και τα δάκρυα για τους χορούς που πιστέψαμε στο Σύνταγμα, τις σημαίες που κρατήσαμε πιστά σκυλιά, τις αποθεώσεις που ζήσαμε σε μπάρες μαγαζιών, τους μεγάλους λογαριασμούς στο σουπερ μάρκετ, τα πεταμένα φαγητά γιατί χορταίνει ο Έλληνας με το μάτι,  φάτε ζωή με το μάτι, φάτε ταξίδια που δεν πάτε και σε λίγο νερό με κρεμμύδι γιατί θα γίνει μόδα και η πείνα. 

Κλάμα για τον Ανδρέα, χάσαμε τον ηγέτη αυτόν που δεν θα ξαναβρεθεί να μας αφήσει να τον παίζουμε ήσυχα στην παραλία, στην δουλειά, στην πλατεία, στην οικογένεια. Αυτόν που χωρίς αυτόν μαγκιά δεν έχουμε, γιατί θα πρέπει να ανεχτούμε ο ένας τον άλλον. Κλάμα που τόσο πασοκ δεν βρέθηκε ένας να τον κάνει ίδια κι αυτοί μαθημένοι να αράζουν από κούραση. Κλάμα και κρίμα γιατί δεν θα αποφύγουμε σε λίγο να δουλεύουμε ομαδικά το ζούνε κι οι μεγάλοι σταρς όπως η Ρούλα, που ανέχεται μία Ρούλα να λέει ευχαριστώ δημόσια σε όσους δουλεύουν μαζί λίγο μετά τις υπογραφές των συμβολαίων. Τα βλέπουν οι μανάδες και θα πρέπει να μάθουν ν’ ακούνε τα παιδιά τους. Κλάμα που δεν θα μείνει Εγώ.

Αχ!